καλογηρ-

καλογηρ-
см. καλογερ\

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "καλογηρ-" в других словарях:

  • καλογήριον — καλογήριον, τὸ (Μ) το καλογηρίδιον*. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλόγηρ ος + υποκορ. κατάλ. ιον, (πρβλ. ακάτ ιον, ποιημάτ ιον)] …   Dictionary of Greek

  • καλογηρίδιον — καλογηρίδιον, τὸ (Μ) καλογεράκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλόγηρ ος + υποκορ. κατάλ. ίδιον, πρβλ. μαχαιρ ίδιον, χοιρ ίδιον] …   Dictionary of Greek

  • καλογηρίτζιον — και καλογηρίτζιν και καλογερίτζιν και καλογερίτσιν, τὸ (Μ) (υποκορ. τού καλόγηρος με περιφρονητική ή ειρωνική έννοια) καλογεράκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλόγηρ ος + μσν. υποκορ. κατάλ. ιτζι(ο)ν] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»